Τετάρτη 30 Ιουλίου 2008

Χρειάζεται ακόμη έναν «πύργο» ο Αρκαδικός

Μπορεί ο Αρκαδικός να πραγματοποιεί τις θερινές του διακοπές, εννοώντας βασικά ότι οι παίκτες αυτή τη χρονική περίοδο βρίσκονται στην Καλοκαιρινή τους άδεια, μέχρι και τις 18-20 Αυγούστου, αλλά σίγουρα οι άνθρωποι της διοίκηση όλο το Καλοκαίρι μαζί με τον προπονητή της ομάδας αναζητούσαν τους παίκτες αυτούς που θα ενίσχυαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σύλλογο στη δύσκολη προσπάθεια του πρωταθλήματος της Β’ Εθνικής κατηγορίας. Οι μετεγγραφικές κινήσεις λοιπόν έφτασαν αισίως τις έξι και όπως ανέφερε στις δηλώσεις του πρόσφατα ο προπονητής της ομάδας Γιάννης Σμυρνιώτης, οι άνθρωποι του «κυανόλευκου» συλλόγου πήραν αυτούς που ήθελαν. Όταν λοιπόν προσωπικά ακούω κάτι τέτοιο δεν μπορώ να παρά τους να χαρακτηρίσω ιδιαίτερα ικανοποιημένους από την μετεγγραφική εξέλιξη. Κατά σειρά λοιπόν ο Αρκαδικός απέκτησε τον Γιώργο Κοψαύτη από την ΑΕΚ Άργους, τον Μπάμπη Σκουζή από τον Πανερυθραϊκό, τον Γιάννη Τσολάκη από τον Άλιμο, τον Ηλία Μουτράν από τον Σπόρτιγκ, τον Γιάννη Ντιπ από την Κεφαλονιά και τις προηγούμενες ημέρες τον Απόστολο Κουτσογιάννη από την Ξάνθη.
Κάποιοι παίκτες διακρίθηκαν με τις προηγούμενες ομάδες τους στο πρωτάθλημα της Γ’ Εθνικής κατηγορίας, κάποιοι άλλοι είχαν σημαντικό ρόλο στο πρωτάθλημα της Β’ Εθνικής πέρυσι και τέλος κάποιοι άλλοι ήρθαν να ενισχύσουν την ομάδα από το πρωτάθλημα της Α2 Εθνικής κατηγορίας. Σημαντικές μετεγγραφικές κινήσεις που θα δώσουν την ώθηση για πρωταγωνιστική παρουσία του Αρκαδικού στην Β’ Εθνική ή παίκτες ανάγκης προκειμένου η ομάδα να πραγματοποιήσει τις μετεγγραφικές της κινήσεις και να ξεκινήσει την προσπάθεια για μια αξιοπρεπή πορεία στη νέα κατηγορία;
Κατά την προσωπική μου άποψη ουσιαστικά τίποτα από τα δύο. Κάτι ενδιάμεσα πραγματικά ισχύει. Οι παίκτες που αποκτήθηκαν δεν αποτελούν και σταρ, αλλά δεν είναι και άχρηστοι όπως ίσως να σχολίαζε κάποιος ακραίος φίλαθλος. Τα νέα αποκτήματα του Αρκαδικού (μέχρι στιγμής), έχουν τις δυνατότητες να οδηγήσουν σε μια καλή χρονιά τον Τριπολιτσιώτικο σύλλογο. Αξίζει να τονιστεί ότι το κόστος των μετεγγραφών δεν ήταν μικρό. Δόθηκαν αρκετά χρήματα ακόμη και για τα δεδομένα της κατηγορίας για κάποιους παίκτες, ενώ μπορώ να αποκαλύψω πως άνθρωπος που είναι καλά στο χώρο του μπάσκετ και των δεδομένων της Β’ Εθνικής που όμως δεν έχει άμεση σχέση με τον Αρκαδικό, τόνισε μπροστά στα μάτια μου ότι η ομάδα του Αρκαδικού με αυτό το ρόστερ, του χρόνου θα αγωνίζεται στην Α2 Εθνική.
Για τον συγκεκριμένο κύριο αυτή η άποψη του έβγαινε αβίαστα από το στόμα, για μένα όμως που τον άκουσα μπορώ να ομολογήσω ότι χαμογέλασα κρυφά κιόλας. Άλλωστε αν δεν δω προσωπικά όπως και όλος ο κόσμος την ομάδα να αγωνίζεται στα πρώτα φιλικά προετοιμασίας, δεν μπορεί να βγει κανένα συμπέρασμα. Όσο καλοί κι αν είναι οι παίκτες που η ομάδα πήρε φέτος το μόνο αποδεικτικό στοιχείο του ότι μπορεί να είναι παικταράδες, είναι μόνο οι αγωνιστικές εμφανίσεις μέσα στο παρκέ.
Eπειδή όμως το κούρασα κάπως θα ήθελα να προχωρήσω λίγο στην ανάλυση του φετινού ρόστερ μέχρι αυτή τη χρονική στιγμή σε σχέση με την περασμένη αγωνιστική περίοδο. Ένα φετινό ρόστερ που πιστεύω πως όπως και να έχει χρειάζεται αυτή τη στιγμή ενίσχυση στη θέση «5».
Παίρνοντας λοιπόν τα πράγματα με τη σειρά στη θέση του playmaker ο Αρκαδικός στη θέση «1» όχι μόνο δεν χάνει κάποιον παίκτη για την ώρα (μετά τις πληροφορίες ότι ο Μπαλτάς είναι πιθανό να μείνει και του χρόνου στην ομάδα), αλλά ενισχύεται κιόλας με την απόκτηση δύο βασικών κατά τη δική μου άποψη, όπως ο Σκουζής και ο Ντιπ. Αν ο Μπαλτάς μείνει και επιστρέψει γερός τότε μπορεί να βοηθήσει πάρα πολύ (προσωπικά τον πιστεύω πολύ σαν παίκτη και για να είμαι ειλικρινής τον θέλω στην ομάδα και του χρόνου). Τέλος μην αγνοούμε και τον Σημαιόπουλο ο οποίος βοήθησε σημαντικά, ειδικά στο φινάλε μετά τον τραυματισμού του Μπαλτά, αλλά και το νεαρό Πολυζωγόπουλο.
Στη θέση «2» σημαντική απώλεια ήταν αυτή του Ισίδωρου Κουτσού. Οι άνθρωποι του συλλόγου κατάφεραν να αποκτήσουν τον Τσολάκη καλύπτοντας σε σημαντικό βαθμό αυτό το κενό. Πέρα του Τσολάκη όμως παραμένει και φέτος ο μεγάλος ηγέτης του Αρκαδικού, Γιάννης Μάνος. Σ’ αυτή τη θέση μπορεί αν χρειαστεί να καλυφθεί και από κάποιο playmaker, αλλά φυσικά και από το Γιώργο Κοψαύτη. Στη θέση «3» αυτόν που προσωπικά βρήκα να αγωνίζεται είναι ο Κοψαύτης, ενώ και ο Τσολάκης μπορεί να λειτουργήσει πολύ καλά και σ’ αυτή τη θέση. Αν κρίνω ότι ο Μάνος είναι δεδομένος στη θέση του shooting guard, οι Τσολάκης και Κοψαύτης θα παίζουν μπαλαντερ στις θέσεις «2» και «3» με επικρατέστερο ως προς το χρόνο συμμετοχής τον πρώτο. Προσωπικά πιστεύω ότι ουσιαστικά στις θέσεις «2» και «3» αυτή τη στιγμή υπάρχουν διαθέσιμοι τρεις παίκτες (Μάνος, Τσολάκης, Κοψαύτης). Αν κάποιος από αυτούς στη διάρκεια της χρονιάς δεν μπορεί να αγωνιστεί, τότε πολύ πιθανόν από τις θέσεις «1» και «4» να χρειαστεί η «στρατολόγηση» κάποιου, με επικρατέστερο τον Παπανικολάου που παίζει πολύ καλά και στη θέση αυτή. Από αυτή τη θέση πλέον θα λείπει ο Μίλαν Ψάλτου, χωρίς ωστόσο η απουσία του βάσει και τον παικτών που ήρθαν να έχει στοιχίσει.

Από εκεί και πέρα στη θέση του power forward ισχύει περίπου η ίδια κατάσταση με τη θέση «1». Αρκετοί παίκτες είναι διαθέσιμοι για τον προπονητή και συγκεκριμένα ο Μουτράν, ο Κουτσογιάννης και ο Παπανικολάου, αλλά και ο νεαρός Μπουρής σαν λύση από το βάθος του πάγκου. Δύο παίκτες ήρθαν σ’ αυτή τη θέση και ένας έφυγε (Καλαπανίδας ενώ δεν αποκλείεται να φύγει και ο Ρεκουνιώτης). Ο καθένας από αυτούς έχει ξεχωριστό στυλ παιχνιδιού και μπορεί να χρησιμοποιηθεί αναλόγως τις συνθήκες του παιχνιδιού. Για παράδειγμα ο Μουτράν είναι δυνατός και μπορεί να ταιριάξει σε συνθήκες physical game (παιχνιδιού με σωματικές επαφές). Από την άλλη οι Κουτσογιάννης και Παπανικολάου είναι παίκτες που μπορούν να παίξουν και μακριά από το καλάθι «ανοίγοντας» την άμυνα του αντιπάλου.
Τέλος στη θέση του center που για μένα προσωπικά παρουσιάζεται το σημαντικότερο πρόβλημα, αυτή τη στιγμή ο μοναδικός καθαρός center, είναι ο Σωκράτης Μαναβόπουλος λόγω ύψους, όγκου και δύναμης. Πέρυσι υπήρχε και ο Πατρίκης που πλέον αποτελεί παρελθόν και όσο να ναι χρειάζεται ένας παίκτης με ανάλογη δύναμη για τις «μονομαχίες» κάτω από τα καλάθια. Σ’ αυτή τη θέση με την απουσία του Μαναβόπουλου θα μπορούσε να βοηθήσει ο Μουτράν, αλλά αποδεικνύεται ακόμη και τώρα ότι ο Αρκαδικός σ’ αυτή τη θέση υστερεί σε ύψος και δύναμη.
Οι μετεγγραφικές κινήσεις των ομάδων της Β’ Εθνικής κατηγορίας συνεχίζονται, ενώ όπως τονίστηκε από τον Γιάννη Σμυρνιώτη μέχρι το Φθινόπωρο δεν αποκλείεται τίποτα. Γνωρίζω επίσης ότι έχει προταθεί «πεντάρι» από την Α2 Εθνική κατηγορία, στην ομάδα, αλλά οι αποφάσεις είναι λογικό ότι θα παρθούν κατόπιν ωρίμου σκέψεως, καθώς το οικονομικό κομμάτι όπως και να έχει δεν μπορεί να μην επηρεάζει τους ανθρώπους του Αρκαδικού συλλόγου.
Μέχρι το τέλος του πρώτου δεκαημέρου του Αυγούστου, πιστεύω ότι θα έχουμε σαφέστερη εικόνα των προθέσεων της διοίκησης για το θέμα της απόκτηση ενός ακόμη παίκτη, πιθανότατα στη θέση του center.

Υ.Γ.1
Μιας και το έφερε η κουβέντα, κατά την προσωπική μου εκτίμηση η τιμή του εισιτηρίου διαρκείας της ομάδας είναι πραγματικά πολύ καλή, με δεδομένα α) την ίδια τιμή (50€), β) μεγαλύτερη κατηγορία και γ) περισσότεροι αγώνες (15 εντός έδρας), αξίζοντας τον κόπο για την απόκτησή του.

Υ.Γ.2
Πάρει δεν πάρει πεντάρι η ομάδα, προσδοκία όλων των Αρκάδων και όχι μόνο είναι οι «κυανόλευκοι» να πετύχουν τουλάχιστον τον πρωταρχικό στόχο της παραμονής στην κατηγορία και αυτό έχει σημασία.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Κάρτα Υγείας ποδοσφαιριστή: Αναγκαίο κακό ή ένα βήμα μπροστά;

Το προηγούμενο διάστημα για να μην πω τα προηγούμενα χρόνια είχαμε ακούσει τόσα για την περιβόητη κάρτα υγείας ποδοσφαιριστή που στη θεωρεία τότε προέβλεπε ουσιαστικά το «φακέλωμα» όλων των εν ενεργεία ποδοσφαιριστών κυρίως ερασιτεχνών με σκοπό τον έλεγχο από θέμα υγείας των παικτών που πρόκειται να αγωνιστούν με ερασιτεχνικά σωματεία στα περιφερειακά και τοπικά σωματεία. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα λοιπόν περιλαμβάνει σειρά υποχρεωτικών προληπτικών εξετάσεων που θα αποδεικνύει αν τελικά ο κάθε αθλητής θα έχει δικαίωμα ή όχι της έκδοσης ή επανέκδοσης του Δελτίου Αθλητικής Ιδιότητας. Όπως λοιπόν αναφέρεται σχετικά η «Κάρτα υγείας ποδοσφαιριστή», τίθεται ως βασική προϋπόθεση έκδοσης δελτίου αθλητικής ιδιότητας για κάθε καινούργιο ποδοσφαιριστή, η επιτυχής υποβολή του στις απαιτούμενες ιατρικές εξετάσεις. Η ισχύς των εξετάσεων είναι ετήσια. Σε κάθε δελτίο που θα εκδίδεται θα αναφέρεται η εξέταση. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής θα καταργείται η κατάσταση υγείας που υποβάλλουν τα σωματεία. Αν κάποιος δεν περάσει από έλεγχο ή δεν περάσει τον έλεγχο επιτυχώς θα ανακαλείται το δελτίο του.
Ως εδώ λοιπόν δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα και αναφέρομαι τουλάχιστον στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Αρκαδίας. Το πρόβλημα παρουσιάζεται στο γεγονός ότι κάθε ποδοσφαιριστής που εξετάζεται θα καταβάλει το ποσό των τριάντα (30) ευρώ προκειμένου να πραγματοποιηθεί η διαδικασία της εξέτασης. Κι αν λοιπόν ο κάθε ποδοσφαιριστής δεν έχει τη διάθεση να καταβάλει αυτό το ποσό γίνεται κατανοητό, ότι το οικονομικό βάρος από εκεί και πέρα το παίρνει μοιραία ο σύλλογος στον οποίο ανήκει ο κάθε αθλητής. Έτσι αν υποθέσουμε ότι ένας σύλλογος έχει στο ρόστερ του τριάντα «ενεργούς» αθλητές που υπολογίζει τη συγκεκριμένη αγωνιστική περίοδο, τότε καλείται να πληρώσει το καθόλου αδιάφορο ποσό των 900 ευρώ (30 αθλητές Χ 30 ευρώ = 900 ευρώ).
Το πρόβλημα που έχει προκύψει και έχει πλέον να κάνει με την έντονη αντίδραση της συντριπτικής πλειοψηφίας των σωματείων είναι καθαρά οικονομικό, καθώς η οικονομική κατάσταση πολλών από αυτά δεν είναι και τόσο καλές. Μάλιστα σύμφωνα με τα λεγόμενα κάποιων ανθρώπων του τοπικού ποδοσφαίρου που είχα την ευκαιρία να μιλήσω μου είπαν ότι οι σύλλογοι απειλούν ακόμη και με αποχή από τα προσεχή τοπικά πρωταθλήματα «τινάζοντας» στον αέρα τις επίσημες διοργανώσεις μεταξύ άλλων και της ΕΠΣ Αρκαδίας. Μέχρι βέβαια την έναρξη αυτών των πρωταθλημάτων ακολουθεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα, αλλά σίγουρα αυτό από μόνο του δεν λύνει ένα πρόβλημα που ψάχνει τη λύση του ή αλλιώς τη «χρυσή τομή». Τι πρέπει να γίνει λοιπόν αναρωτιούνται αθλητές, οι παράγοντες των σωματείων, οι άνθρωποι των ΕΠΣ και της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, αλλά και οι απλοί φίλαθλοι ως απλοί παρατηρητές αυτής της ιστορίας.
Προσωπική μου άποψη με την ιδιότητα του φιλάθλου κυρίως είναι ότι η λύση βρίσκεται κάπου στη μέση. Από τη μία πλευρά η εφαρμογή του προγράμματος «Κάρτα Υγείας ποδοσφαιριστή» είναι κατά την προσωπική μου εκτίμηση απαραίτητη, για πολλούς λόγους. Πλέον κάποια στιγμή να γίνεται έλεγχος κατάστασης της υγείας των εν ενεργεία ποδοσφαιριστών προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα αιφνίδιων θανάτων. Αν θέλουμε να λέμε ότι κάνουμε ένα βήμα μπροστά στο χώρο του ποδοσφαίρου πρέπει να τηρούμε κάποια πράγματα και το συγκεκριμένο πρόγραμμα είναι ένα από αυτά. Αν και ακόμη είμαι αρκετά καχύποπτος για το αν τελικά η ΕΠΟ σε συνεργασία με τις ΕΠΣ, καταφέρει τελικά να υλοποιήσει στην πράξη αυτό το πολύ σημαντικό πρόγραμμα και αν το κάνει εν τέλει για πόσο χρονικό διάστημα θα καταφέρει να το εφαρμόσει. Ελπίζω πάντως όλα να πάνε καλά και οι υπεύθυνοι να κρατήσουν τις υποσχέσεις τους, όσο κι αν δυσανασχετούν οι αθλητές, για τους οποίες προορίζεται το πρόγραμμα αυτό.
Από την άλλη όμως και αυτή η επιβολή του περιβόητου χρηματικού ποσού των τριάντα ευρώ, μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αλλά σίγουρα υπό κάποιες προϋποθέσεις αποτελεί μεγάλο οικονομικό βάρος για τους συλλόγους. Όπως προείπα είναι δύσκολο ένας αθλητής-ποδοσφαιριστής να δεχτεί να πραγματοποιήσει τις εξετάσεις πληρώνοντας από την τσέπη του το χρηματικό αυτό ποσό. Τι σημαίνει αυτό; Ότι σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό παικτών που θα τους ζητηθεί να πληρώσουν οι ίδιοι τις εξετάσεις αυτές, δεν θα το κάνουν γεγονός που θα φέρει σε πολύ δύσκολη θέση το σωματείο που καλείται μετά να αντιμετωπίσει διάφορες επιπτώσεις, όπως η μη δυνατότητα μετακινήσεων και μετεγγραφών των παικτών αλλά και η μη δυνατότητα χρησιμοποίησης όσων αθλητών δεν υποβλήθηκαν στα τέστ. Το βάρος λοιπόν πέφτει εξολοκλήρου στα σωματεία που ανεξαρτήτως ηλικίας ποδοσφαιριστή θα πρέπει να πληρώσει τριάντα ευρώ για τον καθένα, συμπεριλαμβάνοντας παίκτες από την ανδρική ομάδα αλλά και από τα μικρότερα τμήματα. Η ΕΠΟ λοιπόν αποφεύγει να πληρώσει ή αλλιώς να επιχορηγήσει αυτό το ποσό στους συλλόγους και εκεί ακριβώς δημιουργείται το πρόβλημα. Θα έπρεπε λοιπόν η ΕΠΟ πριν προχωρήσει στην υλοποίηση αυτού του προγράμματος να κοιτάξει προσεκτικότερα το θέμα του χρηματικού αντιτίμου που πλέον έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις.
Είναι πάντως αντιφατικό να διατίθενται από τη μία τα τεράστια ποσό για τις διάφορες χορηγίες, αμοιβές προπονητών και παικτών, εξόδων από πολυτελείς εκδηλώσεις και αμοιβές υψηλόβαθμων στελεχών του ποδοσφαίρου και από την άλλη να ζητείται η καταβολή χρηματικού ποσού από τον ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή για την πραγματοποίηση υποχρεωτικών εξετάσεων αν θέλει να παίξει ποδόσφαιρο. Τη δεδομένη στιγμή λοιπόν θα πρέπει και οι δύο πλευρές να υποχωρήσουν και για την ώρα καλό θα ήταν η ΕΠΟ να επιβάλει κάποιο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για τους συλλόγους που δεν θα αγγίζει τόσο υψηλά επίπεδα ικανά να τα φέρουν σε πολύ δύσκολη θέση. Η ανάπτυξη του ποδοσφαίρου δεν γίνεται με την επιβολή τελών και οικονομικών επιβαρύνσεων, αλλά με την παρουσία ή αλλιώς κατά μία έννοια τη δημιουργία κινήτρων που θα αναγκάσει τα σωματεία να δώσουν πράγματα στο Ελληνικό ποδόσφαιρο ή τουλάχιστον να προσπαθήσουν βελτιώνοντας την εικόνα του. Κίνητρα που για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας για την ώρα δεν μπορεί να θεωρηθούν άλλα από τις σχετικές οικονομικές επιχορηγήσεις από την Ομοσπονδία.
Κλείνοντας αυτή τη στιγμή θα πω ότι το δεδομένο είναι ένα και αυτό είναι το σοβαρό πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στα τοπικά σωματεία και την ΕΠΟ σχετικά με το πρόγραμμα της «Κάρτας Υγείας ποδοσφαιριστή». Από εκεί και πέρα όμως προκύπτει και ένα μήνυμα που κατά τη δική μου εκτίμηση αναφέρει: «Ναι στην κάρτα υγείας ποδοσφαιριστή και μάλιστα με πιστή τήρηση των κανονισμών λειτουργίας του, αλλά όχι με δυσβάσταχτη οικονομική επιβάρυνση των ερασιτεχνικών σωματείων, που αντί να πάρουν θα πρέπει να πληρώσουν και από πάνω».