Είναι γεγονός ότι η ομάδα του Αρκαδικού στο β’ γύρο του πρωταθλήματος έχει πραγματοποιήσει μια μέτρια πορεία σε σχέση με τον εντυπωσιακό πρώτο γύρο. Αναλυτικότερα ο σύλλογος πραγματοποίησε ένα εντυπωσιακό 13-2 στον Α’ γύρο του φετινού πρωταθλήματος αποκτώντας ένας σαφές προβάδισμα στο κυνήγι της ανόδου, ενώ μέχρι τώρα στο Β’ γύρο έχει αρνητικό συντελεστή σε νίκες-ήττες με 5-6. Η παρουσία λοιπόν της ομάδας της Τρίπολης μετά το τέλος του α’ γύρου «επιβραβεύει» όσους ισχυρίζονταν και ισχυρίζονται ότι η ομάδα της Τρίπολης δεν είναι ομάδα για πρωταθλητισμό, κυρίως λόγω του στυλ παιχνιδιού που παίζει και του «μονοδιάστατου» τρόπου που εκδηλώνει τις επιθέσεις του (σ.σ. Μάνος).
Προσωπικά δεν συμφωνώ με αυτούς που πιστεύουν κάτι τέτοιο για αρκετούς λόγους που θα αναλύσω παρακάτω. Άλλωστε πολλά αρνητικά γεγονότα στη διάρκεια του β’ γύρου δεν επιτρέπουν στην ομάδα της Τρίπολης να αποδείξει ότι ο «πρωταθλητισμός» βρίσκεται μέσα στο DNA της, που σε διαφορετική περίπτωση ενδεχομένως να είχε από τώρα εξασφαλίσει μία εκ των τριών θέσεων που οδηγούν στην Α2 Εθνική κατηγορία της επόμενης αγωνιστικής περιόδου. Θεωρώ ότι αν βρισκόταν οποιαδήποτε άλλη ομάδα που αυτή τη στιγμή διεκδικεί την άνοδο στην ίδια δύσκολη κατάσταση που βρίσκεται ο ΣΕΦΑ, πιθανότατα να είχε χάσει τη «μάχη» της ανόδου από καιρό.
Γίνομαι λοιπόν πιο συγκεκριμένος λέγοντας ότι ο τραυματισμός τριών βασικών στελεχών του ρόστερ (όπως πολλάκις έχω τονίσει καταντώντας ίσως κουραστικός) της ομάδας (σ.σ. Σκουζής, Παπανικολάου, Μιχάλογλου), έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα στην ομάδα. Αυτό έχει άμεσα αντίκτυπο πέρα από την επίθεση και τη σημαντική συμβολή εκτελεστικά των Σκουζή και Παπανικολάου που είχαν περισσότερο χρόνο συμμετοχής, κυρίως στην άμυνα. Τρεις λιγότεροι παίκτες όπως έχω πρόσφατα ξαναγράψει κάνουν περισσότερο επιρρεπή την ομάδα στα φάουλ (τρεις παίκτες λιγότεροι = μειωμένα περιθώρια στην άμυνα κατά 15 φάουλ), για να μην αναφερθώ σε παράγοντες όπως η κούραση εξαιτίας των λιγότερων επιλογών από τον πάγκο.
Στον αμυντικό τομέα λοιπόν ο Αρκαδικός έχει επηρεαστεί φανερά από τους τραυματισμούς και τη χαλάρωση των αμυντικών υποχρεώσεων στα ματς ειδικά όταν η ομάδα αντιμετωπίζει στη διάρκεια αυτών πρόβληματα με φάουλ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αρκαδικός δέχθηκε στο Α’ γύρο 1136 πόντους σε 15 ματς με μ.ο. 75,7 πόντους ανά αγώνα, τη στιγμή που στο Β’ γύρο σε 11 αναμετρήσεις έχει δεχθεί 905 πόντους και μ.ο. 82,3 πόντους. Περισσότερους κατά 6,6 πόντους ανά αγώνα.
Φανταστείτε με λίγα λόγια από τις ομάδες που διεκδικούν άνοδο (σ.σ. Αμύντας, Σέρρες, Καλλιθέα, Λαύριο και ΟΦΗ), να υπήρχε πρόβλημα τραυματισμού του βασικού playmaker και δύο ακόμη παικτών της ομάδας). Στην πράξη ο ΟΦΗ λόγω της πρόσφατης τιμωρίας του Τσακιρίδη υπέστη οδυνηρές ήττες και έχασε σχεδόν τη «μάχη» της ανόδου. Φανταστείτε κάτι ανάλογο με απώλεια του Γιαννακόπουλου από το Λαύριο ή του Εμμανουηλίδη από τη Καλλιθέα. Κι όλα αυτά προς απάντηση όσων πιστεύουν ότι η «απώλεια» Σκουζή δεν αποτελεί πλήγμα σοβαρό για τον Αρκαδικό. Αυτά ως επιχειρήματα για την μη πρωταγωνιστική πορεία του Αρκαδικού στον Β’ γύρο, που ωστόσο δεν αφαιρούν το γεγονός της πρωταγωνιστικής παρουσίας του ΣΕΦΑ γενικά στην Β’ Εθνική φέτος.
Τώρα όσον αφορά τον τρόπο που «εκφράζεται» επιθετικά ο Αρκαδικός δεν θα αγνοήσω το γεγονός ότι ο σύλλογος της Τρίπολης στηρίζεται στην παρουσία του Γιάννη Μάνου που αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας το μεγαλύτερο μέρος των επιθετικών τελικών προσπαθειών των «κυανολεύκων». Κι αυτό ομολογουμένως να αποτελεί μεγαλύτερο ρίσκο σε σχέση με μια ομάδα που στηρίζεται σε πιο πολυδιάστατο τρόπο παιχνιδιού στην επίθεση, δηλαδή να στηρίζεται σε περισσότερους παίκτες στην επίθεση.
Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι ο Αρκαδικός παύει να θεωρείται πρωταγωνιστική ομάδα. Φέτος στο πρωτάθλημα υπήρξαν πολλά παιχνίδια όπου στο φινάλε μεγάλων ντέρμπι με συγκλονιστικό φινάλε και σπουδαίες νίκες για το «συγκρότημα» του Γιάννη Σμυρνιώτη, παίκτες της τελευταίας στιγμής αποδείχθηκαν αρκετοί άλλοι και όχι ο Μάνος. Σε πολλά παιχνίδια σε νίκη οδήγησαν τον Αρκαδικό όχι μόνο ο Μάνος, άλλα κάποιες φορές ο Μαναβόπουλος, κάποιες άλλες ο Σκουζής ή Μουτράν και κάποιες άλλες ο Κοψαύτης ή κάποια άλλα παιδιά. Δεν είναι λίγες φορές που ομάδα που προσπάθησε να προσαρμόσει την άμυνά της αποκλειστικά σε κάποιο συγκεκριμένο παίχτη, της γύρισε «μπούμερανγκ» πληρώνοντας τα κενά στην άμυνα που δημιουργήθηκαν από άλλους παίκτες. Αυτό ίσως στη διάρκεια του β’ γύρου σε κάποια παιχνίδια ο Αρκαδικός να μην εκμεταλλεύτηκε όσο θα έπρεπε.
Το ρόστερ άλλωστε του Αρκαδικού τέλος αποτελεί ένα σύνολο παικτών πέρα από τον Γιάννη Μάνο, ιδιαίτερα αξιόλογο, με σημαντική αγωνιστική αξία και εμπειρίες. Πολλοί παίκτες ήρθαν στο σύλλογο φέτος από μεγαλύτερες κατηγορίες και εμπειρίες Α2 εθνικής κατηγορίας, όπως ο Σκουζής (από Πανερυθραϊκό) ή ο Κουτσογιάννης (από τη Ξάνθη), ενώ άλλοι αποτέλεσαν πρωταγωνιστές στις ομάδες από τις οποίες ήρθαν το περασμένο Καλοκαίρι, όπως ο Μουτράν (από τον Σπόρτιγκ), ο Τσολάκης (από τον Άλιμο) και ο Ντυμπ (από την Κεφαλονιά). Χωρίς να υπολογίζουμε τους Μαναβόπουλο ή Κοψαύτη κ.α. που αποτελούν εξαιρετικά αξιόλογους παίκτες.
Εν τέλει μια ομάδα που ξέρει να κάνει πρωταθλητισμό δεν ξεχωρίζει μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αγωνίζεται, επιτίθεται ή αμύνεται στη διάρκεια μίας σεζόν, αλλά επίσης από την οργάνωση που διαθέτει σε αγωνιστικό και έξω-αγωνιστικό επίπεδο από την υγιή διοίκηση που διαθέτει, καθώς επίσης και από τον φίλαθλο κόσμο της που γεμίζει το ματς σχεδόν σε κάθε παιχνίδι και δημιουργεί ατμόσφαιρές σαν αυτές με τον Γκυζιακό πέρυσι, ή σαν αυτές με τον ΟΦΗ ή το Λαύριο φέτος! Καταλήγοντας λοιπόν θα τολμήσω να γράψω ότι η παραδοχή οποιουδήποτε αναφέρει ότι ο φετινός Αρκαδικός της Β’ Εθνικής κατηγορίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ομάδα για «πρωταθλητισμό», είναι τουλάχιστον άτοπη.
Υ.Γ.
Μοναδική προσωπική ένσταση στην φιλοσοφία της επίθεσης του Αρκαδικού είναι η υπερβολή του να κρατάει ο Μάνος περισσότερο τη μπάλα στα χέρια του όταν δεν χρειάζεται και αναφέρομαι σε περιπτώσεις όπου ο ηγέτης του Αρκαδικού έχει καταφέρει να τραβήξει πάνω του δύο και τρεις παίκτες, κάτι που σημαίνει ότι την ίδια ώρα κάποιοι συμπαίκτες μένουν «ελεύθεροι». Σε τέτοιες περιπτώσεις η γρήγορη κυκλοφορία της μπάλας θα δημιουργούσε δύσκολες καταστάσεις σε οποιαδήποτε αντίπαλη άμυνα του Αρκαδικού.
Προσωπικά δεν συμφωνώ με αυτούς που πιστεύουν κάτι τέτοιο για αρκετούς λόγους που θα αναλύσω παρακάτω. Άλλωστε πολλά αρνητικά γεγονότα στη διάρκεια του β’ γύρου δεν επιτρέπουν στην ομάδα της Τρίπολης να αποδείξει ότι ο «πρωταθλητισμός» βρίσκεται μέσα στο DNA της, που σε διαφορετική περίπτωση ενδεχομένως να είχε από τώρα εξασφαλίσει μία εκ των τριών θέσεων που οδηγούν στην Α2 Εθνική κατηγορία της επόμενης αγωνιστικής περιόδου. Θεωρώ ότι αν βρισκόταν οποιαδήποτε άλλη ομάδα που αυτή τη στιγμή διεκδικεί την άνοδο στην ίδια δύσκολη κατάσταση που βρίσκεται ο ΣΕΦΑ, πιθανότατα να είχε χάσει τη «μάχη» της ανόδου από καιρό.
Γίνομαι λοιπόν πιο συγκεκριμένος λέγοντας ότι ο τραυματισμός τριών βασικών στελεχών του ρόστερ (όπως πολλάκις έχω τονίσει καταντώντας ίσως κουραστικός) της ομάδας (σ.σ. Σκουζής, Παπανικολάου, Μιχάλογλου), έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα στην ομάδα. Αυτό έχει άμεσα αντίκτυπο πέρα από την επίθεση και τη σημαντική συμβολή εκτελεστικά των Σκουζή και Παπανικολάου που είχαν περισσότερο χρόνο συμμετοχής, κυρίως στην άμυνα. Τρεις λιγότεροι παίκτες όπως έχω πρόσφατα ξαναγράψει κάνουν περισσότερο επιρρεπή την ομάδα στα φάουλ (τρεις παίκτες λιγότεροι = μειωμένα περιθώρια στην άμυνα κατά 15 φάουλ), για να μην αναφερθώ σε παράγοντες όπως η κούραση εξαιτίας των λιγότερων επιλογών από τον πάγκο.
Στον αμυντικό τομέα λοιπόν ο Αρκαδικός έχει επηρεαστεί φανερά από τους τραυματισμούς και τη χαλάρωση των αμυντικών υποχρεώσεων στα ματς ειδικά όταν η ομάδα αντιμετωπίζει στη διάρκεια αυτών πρόβληματα με φάουλ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αρκαδικός δέχθηκε στο Α’ γύρο 1136 πόντους σε 15 ματς με μ.ο. 75,7 πόντους ανά αγώνα, τη στιγμή που στο Β’ γύρο σε 11 αναμετρήσεις έχει δεχθεί 905 πόντους και μ.ο. 82,3 πόντους. Περισσότερους κατά 6,6 πόντους ανά αγώνα.
Φανταστείτε με λίγα λόγια από τις ομάδες που διεκδικούν άνοδο (σ.σ. Αμύντας, Σέρρες, Καλλιθέα, Λαύριο και ΟΦΗ), να υπήρχε πρόβλημα τραυματισμού του βασικού playmaker και δύο ακόμη παικτών της ομάδας). Στην πράξη ο ΟΦΗ λόγω της πρόσφατης τιμωρίας του Τσακιρίδη υπέστη οδυνηρές ήττες και έχασε σχεδόν τη «μάχη» της ανόδου. Φανταστείτε κάτι ανάλογο με απώλεια του Γιαννακόπουλου από το Λαύριο ή του Εμμανουηλίδη από τη Καλλιθέα. Κι όλα αυτά προς απάντηση όσων πιστεύουν ότι η «απώλεια» Σκουζή δεν αποτελεί πλήγμα σοβαρό για τον Αρκαδικό. Αυτά ως επιχειρήματα για την μη πρωταγωνιστική πορεία του Αρκαδικού στον Β’ γύρο, που ωστόσο δεν αφαιρούν το γεγονός της πρωταγωνιστικής παρουσίας του ΣΕΦΑ γενικά στην Β’ Εθνική φέτος.
Τώρα όσον αφορά τον τρόπο που «εκφράζεται» επιθετικά ο Αρκαδικός δεν θα αγνοήσω το γεγονός ότι ο σύλλογος της Τρίπολης στηρίζεται στην παρουσία του Γιάννη Μάνου που αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας το μεγαλύτερο μέρος των επιθετικών τελικών προσπαθειών των «κυανολεύκων». Κι αυτό ομολογουμένως να αποτελεί μεγαλύτερο ρίσκο σε σχέση με μια ομάδα που στηρίζεται σε πιο πολυδιάστατο τρόπο παιχνιδιού στην επίθεση, δηλαδή να στηρίζεται σε περισσότερους παίκτες στην επίθεση.
Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι ο Αρκαδικός παύει να θεωρείται πρωταγωνιστική ομάδα. Φέτος στο πρωτάθλημα υπήρξαν πολλά παιχνίδια όπου στο φινάλε μεγάλων ντέρμπι με συγκλονιστικό φινάλε και σπουδαίες νίκες για το «συγκρότημα» του Γιάννη Σμυρνιώτη, παίκτες της τελευταίας στιγμής αποδείχθηκαν αρκετοί άλλοι και όχι ο Μάνος. Σε πολλά παιχνίδια σε νίκη οδήγησαν τον Αρκαδικό όχι μόνο ο Μάνος, άλλα κάποιες φορές ο Μαναβόπουλος, κάποιες άλλες ο Σκουζής ή Μουτράν και κάποιες άλλες ο Κοψαύτης ή κάποια άλλα παιδιά. Δεν είναι λίγες φορές που ομάδα που προσπάθησε να προσαρμόσει την άμυνά της αποκλειστικά σε κάποιο συγκεκριμένο παίχτη, της γύρισε «μπούμερανγκ» πληρώνοντας τα κενά στην άμυνα που δημιουργήθηκαν από άλλους παίκτες. Αυτό ίσως στη διάρκεια του β’ γύρου σε κάποια παιχνίδια ο Αρκαδικός να μην εκμεταλλεύτηκε όσο θα έπρεπε.
Το ρόστερ άλλωστε του Αρκαδικού τέλος αποτελεί ένα σύνολο παικτών πέρα από τον Γιάννη Μάνο, ιδιαίτερα αξιόλογο, με σημαντική αγωνιστική αξία και εμπειρίες. Πολλοί παίκτες ήρθαν στο σύλλογο φέτος από μεγαλύτερες κατηγορίες και εμπειρίες Α2 εθνικής κατηγορίας, όπως ο Σκουζής (από Πανερυθραϊκό) ή ο Κουτσογιάννης (από τη Ξάνθη), ενώ άλλοι αποτέλεσαν πρωταγωνιστές στις ομάδες από τις οποίες ήρθαν το περασμένο Καλοκαίρι, όπως ο Μουτράν (από τον Σπόρτιγκ), ο Τσολάκης (από τον Άλιμο) και ο Ντυμπ (από την Κεφαλονιά). Χωρίς να υπολογίζουμε τους Μαναβόπουλο ή Κοψαύτη κ.α. που αποτελούν εξαιρετικά αξιόλογους παίκτες.
Εν τέλει μια ομάδα που ξέρει να κάνει πρωταθλητισμό δεν ξεχωρίζει μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αγωνίζεται, επιτίθεται ή αμύνεται στη διάρκεια μίας σεζόν, αλλά επίσης από την οργάνωση που διαθέτει σε αγωνιστικό και έξω-αγωνιστικό επίπεδο από την υγιή διοίκηση που διαθέτει, καθώς επίσης και από τον φίλαθλο κόσμο της που γεμίζει το ματς σχεδόν σε κάθε παιχνίδι και δημιουργεί ατμόσφαιρές σαν αυτές με τον Γκυζιακό πέρυσι, ή σαν αυτές με τον ΟΦΗ ή το Λαύριο φέτος! Καταλήγοντας λοιπόν θα τολμήσω να γράψω ότι η παραδοχή οποιουδήποτε αναφέρει ότι ο φετινός Αρκαδικός της Β’ Εθνικής κατηγορίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ομάδα για «πρωταθλητισμό», είναι τουλάχιστον άτοπη.
Υ.Γ.
Μοναδική προσωπική ένσταση στην φιλοσοφία της επίθεσης του Αρκαδικού είναι η υπερβολή του να κρατάει ο Μάνος περισσότερο τη μπάλα στα χέρια του όταν δεν χρειάζεται και αναφέρομαι σε περιπτώσεις όπου ο ηγέτης του Αρκαδικού έχει καταφέρει να τραβήξει πάνω του δύο και τρεις παίκτες, κάτι που σημαίνει ότι την ίδια ώρα κάποιοι συμπαίκτες μένουν «ελεύθεροι». Σε τέτοιες περιπτώσεις η γρήγορη κυκλοφορία της μπάλας θα δημιουργούσε δύσκολες καταστάσεις σε οποιαδήποτε αντίπαλη άμυνα του Αρκαδικού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου