Όσον αφορά την αναμέτρηση της περασμένης Κυριακής αντικειμενικά θα αναφέρω ότι ο Ίκαρος Καλλιθέας ήταν καλύτερος στη μεγαλύτερη διάρκεια της αναμέτρησης. Ήταν καλύτερος στην ψυχολογία αφού δεν φάνηκε να επηρεάζεται από εντάσεις και την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στις κερκίδες. Καλύτερος στην επίθεση αφού ήξερε περισσότερο από τον Αρκαδικό τι ήθελε, εκδηλώνοντας καλύτερες επιθέσεις και τελειώνοντας φάσεις με ιδανικότερες προϋποθέσεις. Τέλος ήταν ωριμότερος στη διαχείριση του ρυθμού της αναμέτρησης, όποτε αυτό ήταν απαραίτητο.
Αντιθέτως ο Αρκαδικός δεν είχε συγκέντρωση, δεν είχε ουσία στην επίθεση και δεν έδειχνε να έχει την υπομονή να δημιουργήσει τελικές προσπάθειες κάτω από καλύτερες προϋποθέσεις. Προσωπικά χωρίς να είμαι ειδικός παρατήρησα κάποιες καταστάσεις στην άμυνα του Ίκαρο που ίσως δεν εκμεταλλεύθηκαν από τους παίκτες του Αρκαδικού. Δεν ξέρω αν σκόπιμα ο Τσολάκης δεν εκμεταλλεύθηκε σε καμία φάση στην επίθεση το miss-match, με τον σαφώς κοντότερο του Εμμανουηλίδη, βάζοντας τον μέσα στα καλάθια. Πάντως δεν πέρασε απαρατήρητο. Σημειωτέον το μοναδικό προσωπικό καλάθι του συγκεκριμένο παίκτη του Αρκαδικού, σημειώθηκε γιατί εκμεταλλεύθηκε το συγκριτικό πλεονέκτημα του ύψους σε σχέση με τον προσωπικό του αντίπαλο.
Ένα ακόμη στοιχείο ήταν η είσοδος του Τσαμακλή στο ματς στο β’ δεκάλεπτο αναλαμβάνοντας το προσωπικό μαρκάρισμα του σέντερ του Ίκαρου, Τσότσου που σημειωτέον είχε ήδη τρία φάουλ. Η λογική ήθελε τον παίκτη του Αρκαδικού να χρησιμοποιείται εκμεταλλευόμενος τις ικανότητές του στη δύναμη παίρνοντας κάποιες μπάλες στην επίθεση κοντά στο καλάθι και «φορτώνοντας» με επιπλέον φάουλ τον ήδη «φορτωμένο» αντίπαλο παίκτη. Αντί αυτού είδαμε τον Τσαμακλή μέσα σε 5-6 φάσεις σε άμυνα και επίθεση να φορτώνεται ο ίδιος με τρία φάουλ και να αποσύρεται. Πιθανώς να μπήκε για να δώσει κάποιες ανάσες και να προστατευτεί από φάουλ ο Μουτράν, ωστόσο εκτιμώ ότι ο Τσαμακλής θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί περισσότερο στην επίθεση όσο αγωνίστηκε. Ανακεφαλαιώνοντας τα καθαρά αγωνιστικά πιστεύω ότι στο συγκεκριμένο ματς ο Λυκογιάννης ήταν πιο διαβασμένος από τον προπονητή του Αρκαδικού.
Από εκεί και πέρα η ένταση στη διάρκεια της αναμέτρησης εντός και εκτός εξέδρας αποδείχθηκε πολύ σημαντική, αφού στη διάρκεια του ματς ανάγκασε τους διαιτητές (αδερφούς Πουρσανίδη) να διακόψουν ουκ ολίγες φορές το ματς, με αποκορύφωμα την καθυστέρηση έναρξης της επανάληψης (τουλάχιστον 15 λεπτά πέρα της ανάπαυλας). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την γνωστοποίηση των τελικών σκορ των υπόλοιπων ματς που είχαν ολοκληρωθεί όταν το ματς στην Τρίπολη ήθελε ακόμη ένα δεκάλεπτο. Με το ξεκίνημα του τελευταίου δεκαλέπτου ο Ίκαρος ήταν και μαθηματικά η τρίτη ομάδα που ανέβαινε στην Α2 και η συγκέντρωση των παικτών της Καλλιθέας δικαιολογημένα αποσυντονίστηκε από τις απαιτήσεις του ματς. Αυτός ήταν ένας παράγοντας για να «επιστρέψει» επιθετικά ο Αρκαδικός στο ματς που μέχρι το τελευταίο δίλεπτο του γ’ δεκαλέπτου επιθετικά απλά δεν υπήρχε και σε καμία περίπτωση δεν υπερασπιζόταν τον άτυπο τίτλο της καλύτερης επίθεσης του πρωταθλήματος. Σε διαφορετική περίπτωση αν Ίκαρος και Αρκαδικός, παρουσίαζαν την εικόνα του α’ μέρους και στο φινάλε, δύσκολα θα ανατρεπόταν η κατάσταση.
Βέβαια μπορεί ο Ίκαρος να χαλάρωσε αγωνιστικά μετά τη γνωστοποίηση των θετικών μαντάτων με τη νίκη του ΟΦΗ και την ήττα του Λαυρίου, αλλά για τους καχύποπτους σε καμία περίπτωση δεν έδωσε το ματς στον ΣΕΦΑ, όπως κάποιοι θέλουν να πιστεύουν. Κι αυτό αποδεικνύεται από το πάθος που η ομάδα του κ. Λυκογιάννη διεκδικούσε τη νίκη στο φινάλε. Αν η Αθηναϊκή ομάδα τα είχε βρει στην εξέλιξη του ματς με τους Αρκάδες δίνοντας το ροζ φύλλο αγώνος όντας αδιάφορη, ο Υφαντής δεν θα επιχειρούσε ποτέ το λέι-απ κάνοντας το 69-71 στα 7 δευτερόλεπτα πριν τη λήξη του ματς. Ούτε θα εμπόδιζαν τον Ντυμπ να σκοράρει ευστοχώντας σε ένα εξαιρετικά δύσκολο όσο και τυχερό καλάθι κερδίζοντας και το φάουλ. Για τους επίσης καχύποπτους η επανάληψη της βολής ήταν νομιμότατη από τους διαιτητές που είχαν ήδη σφυρίξει πριν γίνει γνωστή η τύχη της πρώτης βολής του playmaker του Αρκαδικού, αφού ο Υφαντής είχε μπει νωρίτερα στη ρακέτα.
Οι άνθρωποι του Λαυρίου επίσημα τοποθετήθηκαν για το γεγονός της καθυστέρησης ολοκλήρωσης του ματς στην Τρίπολη, μετά το «ναυάγιο» στην έδρα τους από την Αναγέννηση/Φλόγα. Άλλωστε ακόμη κι αν το ματς του Αρκαδικού τελείωνε στις 9 η ώρα το βράδυ, αν το Λαύριο είχε κερδίσει στην έδρα του θα εξασφάλιζε την 4η θέση, ανεξάρτητα από το τι θα έκανε ο ΣΕΦΑ. Οπότε κάθε διαμαρτυρία των ανθρώπων του Λαυρίου μάλλον στο «κενό» πέφτει.
Αυτό που μένει δεν είναι ούτε η κακή εμφάνιση του Αρκαδικού τουλάχιστον στον επιθετικό τομέα για περίπου 28 λεπτά παιχνιδιού, ούτε και τα όσα συνέβησαν στη διάρκεια αυτού του ματς, αλλά το γεγονός ότι εν τέλει ο Αρκαδικός κατέκτησε την 4η θέση έστω και με την ψυχή στο στόμα. Άλλωστε μετά τη λήξη όλοι ήταν χαρούμενοι. Και οι «γηπεδούχοι» για το πλασάρισμα στην πρώτη τετράδα, αλλά και οι φιλοξενούμενοι που παρά την ήττα τερμάτισαν τρίτοι και εξασφάλισαν απευθείας την άνοδο στην Α2.
Υ.Γ.
Σίγουρα μεγάλο μερίδιο συνεισφοράς στην πορεία του Αρκαδικού όπως πέρυσι, έτσι και φέτος είχε ο Γιάννης Σμυρνιώτης. Ωστόσο ο τεχνικός του Αρκαδικού στο τελευταίο ματς σε κάποιες καταστάσεις ήταν αρνητικός. Φανερά εκνευρισμένος στη διάρκεια της αναμέτρησης αντί να φροντίσει να ηρεμήσει τους παίκτες του αναλύοντάς τι πρέπει να κάνουν για να διορθώσουν το επιθετικό πρόβλημα, τα «έβαζε» με τους παίκτες και τον προπονητή της αντίπαλης ομάδας. Κι αν προσωπικά μπορεί να γίνομαι κακός, απλά σημειώνω ότι αυτή η εικόνα δεν άρεσε καθόλου σε σημαντική μερίδα φίλων του Αρκαδικού που βρέθηκαν την Κυριακή στο κλειστό γυμναστήριο της Τρίπολης.
Κάτι τέτοιες ώρες ο μπασκετικός κόσμος που έχει παρακολουθήσει όλη τη πορεία του Αρκαδικού φέτος στην Β’ Εθνική κατηγορία δεν ξέρει τι να πει. Τι να σκεφτεί και τι συμπέρασμα να βγάλει γι’ αυτή τη πολύ αξιόλογη προσπάθεια του Αρκαδικού συλλόγου, όταν φτάνει μία ανάσα από το θαύμα και τη μεγαλύτερη μπασκετική επιτυχία στην ιστορία της περιοχής, αλλά (ενδεχομένως) να μην καταφέρει να την φέρει εις πέρας. Το άκουσμα ή το διάβασμα της είδησης της μεγάλης ήττας του Αρκαδικού (των πολλών σοβαρών προβλημάτων στη διάρκεια της εβδομάδας ειδικότερα και σε όλο σχεδόν το δεύτερο γύρο γενικότερα) προκαλεί πικρία και στους φιλάθλους, αλλά και στους ίδιους τους ανθρώπους του Αρκαδικού.

